Archive for the ‘ΝΟΣΤΙΜΟΝ ΗΜΑΡ’ Category

προς τα Χριστούγεννα


Σε τούτες τις διακοπές μόνο οι επαγγελματές δεν έπαιρναν μέρος, αντίθετα ο πυρετός της δουλειάς ήταν πολύ ψηλός. Ραφτάδες και τσαγκαράδες δούλευαν νύχτα μέρα, έκαναν ατέλειωτα νυχτέρια, γιατί όλοι τα Χριστούγεννα έπρεπε να ντυθούν στα καινούργια.
Οσο για τις νοικοκυρές, ε! αυτό δεν περιγράφεται! Όλα τα μέσα και τα σύνεργα της πάστρας στρατολογούνταν και παν’ απ’ όλα ο ασβέστης. Όλα έπρεπε να λάμπουν, κι όταν όλα τέλειωναν, την προπαραμονή, άρχιζε το μεγάλο πανηγύρι, το ζύμωμα. Τούτο δεν ήταν μια απλή δουλειά, ήταν μια ιεροτελεστία. Κάθε νοικοκυρά φιλοδοξούσε να κάνει για το σπίτι, τους δικούς της, για τους φίλους της, το καλύτερο.
Άναβαν όλοι οι φούρνοι στις γειτονιές κι άναβαν πυρκαγιές στις αισθήσεις. Μεγάλα αφράτα σταρένια ψωμιά, κιτρινα σαν το φλουρί, τυλιγμένα σε κατάλευκα σιδερωμένα ψωμοπάνια, μέσα στις κούπες, αράδα μπροστά στο φούρνο, ανάσαιναν φρεσκάδα και υπόσχεση σαν τα μικρά παιδιά στις κούνιες, που υπόσχονται τη συνέχιση της ζωής.
Οι γανωμένοι ταβάδες άστραφταν και μέσα οι κουραμπιέδες, φτιαγμένοι από αγνό ντόπιο βούτυρο, μοσχομύριζαν. Το φρέσκο λάδι και τα μπαχαρικά στην «μπακλαβού» και τους «σαμσάδες» γαργαλούσαν την όρεξη, πρόκληση και εμπαιγμός για τη μέρα εκείνη, γιατί η Ιμβριώτισσα γυνάικα, άγρυπνος θεματοφύλακς της παράδοσης, δεν άφηνε κανέναν ν’ αγγίξει τίποτα, γιατί αύριο παραμονή Χριστούγεννα, «Του Χριστού τα Γεννητούρια» θα μεταλάβαιναν όλοι στο σπίτι και έπρεπε να νηστέψουν.

Συνεχίζεται…..

Τα Δωδεκάμερα

Το Δωδεκαήμερο είναι μια χρονική περίοδος αλλιώτικη από τον άλλο χρόνο.
Οι νησιώτες, που μοχθούσαν όλο το χρόνο να κάνουν την σκληρή και άγονη γη να καρπίσει, περίμεναν τις μέρες τούτες όλο προσμονή και λαχτάρα. «Χ΄στοσκουλα» μόνο το όνομα γοήτευε.
Τα Χριστούγεννα για τους Ιμβριώτες δεν ήταν μονάχα μια κοσμογονική γιορτή, που άλλαξε τη μοίρα του ανθρώπινου γένους, αλλά και περίοδος διακοπών. Ολοι κάνουν τις διακοπές τους το καλοκαίρι, εμεις το χειμώνα. Δεκέμβρη και Γενάρη θα ξεκουραστούμε. Είχαμςε ρίξει τον σπόρο στη γη, μαζέψαμε τις ελές, τρυγήσαμε τ’ αμπέλια και τα μελίσσια, στρέψαμε τα σφαχτά (τα ζώα και τα κοπάδια) στα χειμαδιά τους.
Γέμισαν κουπάνιες τα κατώγια. Πλυμένο και κοσκινισμένο το σιτάρι στ’ αμπάρια. Μοσκοβολά το φρέσκο λάδι στα κιούπια. Χρισμένο το κρασί στις «σφίδες» για να μην ξεθυμάνει και χάσει το άρωμά του. Μοσχοβολά θυμάρι και πεύκο το μέλι στα τσουκάλια (τσουκαλίδες), τα όψιμα «πασχαλινά», τυρί, βούτυρο, γιαούρτι, σκεπασμένα με λευκή πετσέτα σφιχτά δεμένη, και οι πετρωτές μυζήθρες, αράδα στην «κανιά» στάζουν βούτυρο.
Το γουρούνι δεμένο στην αυλή, συλλογισμένο μέσα στο λάκκο που το ίδιο έσκαψε, μετρά θαρρείς τις μέρες του.
Ένα σφαχτό, ‘νοματισμένο για τις μέρες τουτες,, δεμένο απ΄τα κέρατα στη ρίζα ενός δένδρου της αυλής περιμένει τη σειρά του. Το λίγο λίγο, ήταν η «ψωμούλα» του φτωχού, δηλαδή ένα αρνί ή ένα κατσίκι που το έτρεφε με ιδιαίτερη φροντίδα για τούτες τις γιορτές.
Με τα κατώγια λοιπόν γεμάτα αγαθά και τις καρδιές αισθήματα έμπαιναν οι Ιμβριώτες στ Δωδεκαμερο.

Συνεχίζεται…

προξενιών συνέχεια


Μιλήσαμε για το μαύρισμα της παροξενιάς και το συσχετίσαμε με το μαύρισμα στις εκλογές. Όμως στην περίπτωση ενός αποτυχημένου προξενιού, το μαύρισμα ήταν πραγματικό. Την μαύριζαν την προξενίτρα με μουτζούρα από το τηγάνι. Γι’ αυτό, όταν είχε κανείς σημάδι από μουτζούρα έλεγαν: «Προξενιά έκανες και σε μουτζούρωσαν;»
Εκτός από τον εαυτό της η προξενήτρα ήθελε να προστατέψει από την προσβολή και αυτόν που την έστειλε για προξενιά. Η αποτυχία μιας προξενιάς δηλώνονταν με την φράση » έφαγε χυλόπιτα» Και ήταν και τα πειράγματα «καλοφάγωτη η χυλόπιττα» έλεγαν.
Έφαγες τη χυλόποιτα με ξύλινο κουτάλι
μα κάνε την υπομονή όπως την κάναν κι άλλοι.
Αυτά γίνονταν σε περίπτωση αποτυχίας. Όταν όμως «η αμάδα πήγαινε στο σημάδι», όταν δηλαδή ο σκοπός πτεύχαινε, τότε η προξενήτρα επέστρεφε με το φανάρι ψηλά τώρα, για να φαίνεται από μακριά. Μια ψυχή πίσω από ένα παράθυρο περίμενε με αγωνία τον γυρισμό της! Στην επιτυχία η προξενήτρα έβγαινε με άσπρο πρόσωπο, δεν την είχαν μουτζουρώσει. Εκτός από ικανοποίηση, εισεπραττε μαζί με την ευγνωμοσύνη κι ένα καλό δώρο: ένα φουστάνι, ή ένα ζευγάρι παπούτσια ή ένα τσεμπέρι και χώρια τα παινέματα:
Ποιος είναι ο προξενητής που καν’ αυτή τη χάρη
κι έσμιξε το μαλαμα με το μαργαριτάρι

Ναξερα τον προξενητή που καν΄αυτό το γάμο,
το μεγαλύτερο καλό ήθελα να τον κάνω.

προξενιό


Όταν ανάμεσα σε ένα αγόρι και ένα κορίτσι υπήρχε ένας δεσμός και στα σπίτια των δύο νέων ήταν γνωστά τα συντελούμενα, τότε ένας τρίτος έμπαινε στη μέση σαν μεσολαβητής, για να μεταφέρει τη βούληση της μιας πλευράς προς την άλλη. Συνήθως την πρωτοβουλία έπαιρνε η οικογένεα της νύφης. Ηταν λοιπόν απαραίτητος ένας τρίτος. Ελεγαν: «Αν δεν πει άνθρωπος στην μέση, η δουλειά δεν τελείωνε». Έτσι λοιπόν ένας συγγενής η φίλος των δυο οικογενειών, έμπαινε στη μέση. Αυτός ο τρίτος ήταν ο προξενητής, η συχνότερα η προξενήτρα, γιατί τις πριο πολλές φορές μια γυναίκα αναλάμβανε τη δουλειά αυτή. Μια γυναίκα με πείρα και πειθώ.
Ο ρόλος της προξενήτρας ήταν πολύ λεπτός. Ηταν ενδεχόμενο να αντιμετωπισει ορισμένες επιφυλάξεις, για τις οποίες έπρεπε να έχει την ετοιμότητα και την δεξιοτεχνία να τις παρακάμψει, και το χειρότερο – σπάνιο αυτό – να συναντήσει απρόβλεπτη άρνηση και να προσβληθεί.
Λάβαινε λοιπόν τα μέτρα της. Πρώτα πρώτα αντλούσε κουράγιο από τον εαυτό της. Ελεγε: «Εγώ θα το πω και σαν το δεχθούν, σαν δε, η μισή ντροπή δική μου η μισή δική της».
Λάβαινε λοιπόν τα μέτρα της για να μην εκτεθεί σε περίπτωση άρνησης. Πήγαινε αργά τη νύχτα, κρατούσε το φανάρι ( λαδοφάναρο) κάτω από την ποδιά της, έκρυβε το πρόσωπο με το τσεμπέρι της που αν την συναντούσε κανείς στον δρόμο να μην την γνωρίσει., γιατί δεν ήταν μονάχα η αποτυχία αλλά και τα παρατράγουδα. Αν αποτύχαινε την μουτζούρωναν, την μάυριζαν, όπως λεν σε αποτυχία εκλογών σήμερα.

Συνεχίζεται….

στους χορούς και τα πανηγύρια


Τέτοιες συγκεντρώσεις λοιπόν ήταν οι χοροί όπου η συμμετοχή ήταν πολύ μεγάλη, αλλά πιο συχνά χοροί με τραγφούδια στις γειτονιές, στις αυλές ή στα σπίτια, όπου η συμμετοχή ήταν μικρότερη μεν, αλλά η ατμόσφαιρα ζεστή για την εκκόλαψη ειδυλλίων.
Στους χορούς αυτούς δινόταν η ευκαιρία να εκφράσει κάποιος την αγάπη του η να κάνει μια εξομολόγηση η να πει το παράπονο του τραγουδώντας δίστιχα, συγκεκαλυμμένα η με μια αδιόρατη αιχμή, την οποία όμως μόνο οι κεραίες «εκίνου που πονούσε το δόντι» όπως λέγαμε, μπορούσαν να συλλάβουν. Η ανταπόκριση η μη εκδηλώνονταν κατα τον ίδιο τρόπο, μέσα από τον ημιδιάφανο πέπλο του δίστιχου.
Ανάλογες συγκεντρώσεις, που συνοδεύονταν πάντα από τραγούδια και χορούς ήταν τα πολλά πανηγύρια. Το ίδιο γινόταν και την παραμονή των πανηγυριών κατα το άλεσμα της «κουρκούτης» στο χειρόμυλο. Το χειρόμυλο τον γύριζαν πάντα δύο, αγόρι και κορίτσι. Εδώ τον πρώτο λόγο είχαν τα μάτια. Η επαφή ήταν άμεση, ιαθώς κάθονταν κοντά κοντά, ο ένας στον άλλον αντίκρυ, τα βλέμματα τους συναντιόνταν και ο καθένας μπορούσε να βυθοσκοπήσει κατα κάποιο τρόπο τη σκέψη και τη διάθεση του άλλου κι ύστερα τα χέρια που κρατούσαν τη χειρολαβή ακουμπούσαν το ένα το άλλο και έδιναν τα μηνύματα για τη συνέχεια.
Ανάλογη περίπτωση ήταν και ο «γρίζος» η διαδικασία δηλαδή του «μπασίματος» του μάλλινου υφαντού, με το οποίο έκαναν τα χειμωνιάτικα ρούχα των ανδρών. Ο γρίζος γινόταν συνήθως βράδυ και μετά το έργο άρχιζε ο χορός. Δεν άφηναν ευκαιρία να πάει χαμένη, από τουτες τις εκδηλώσεις πάντα κάτι θα έβγαινε!

Συνεχίζεται….

αρραβωνιάσματα – γάμος


Αιντε να πούμε και λίγα για τις σχέσεις αγοριών και κοριτσιών!
Αυτες ήταν σχέσεις ελεύθερων ανθρώπων, δίχως προκατάληψη του ενός φύλλου για το άλλο.
Δηλαδή, αν δυο νέοι συναντηθούν στον δρόμο, η σ’ ένα φιλικό σπίτι η σε μια συγκέντρωση, κι όταν ακόμα οι συναντήσεις αυτές είναι περισσότερο συχνές από το να θεωρούνται τυχαίες, αυτό δεν θα πει για κανένα λόγο οτι είναι «ύποπτες», πως το κορίτσι για παράδειγμα επιδιώκει κάτι παραπάνω από μια φιλία κι οτι πάει με την υστεροβουλία να τον «τυλίξει» όπως λέμε. Αλλά ούτε και οτι το αγόρι είχε την πρόθεση να παίξει μαζί της η να την εκθέσει. Το να εκθέσει κανείς ένα κορίτσι στα καλά καθούμενα το θεωρούμε το λιγότερο ανανδρία.
Αντίθετα, αν οι τέτοιου είδους συναντήσεις είχαν σαν αποτέλεσμα να αναπτυχθεί μεταξύ τους μια συμπάθεια η κάποιο αίσθημα, τότε καοι οι τυχαίες ακόμα συναντήσεις αποφεύγονταν όσο ήταν δυνατόν για πολλούς και πρακτικούς λόγους.
Πρώτα πρώτα ήθελαν να συγμομετρήσουν την αντίδραση των δικών τους, για να αποφύγουν μελλοντικά μπερδέματα, δεύτερον δεν ήθελαν να δώσουν λαβή για κουτσομπολιά και τελευταίο, ν’ αποφύγουν την παρέμβαση τρίτων, οι οποίοι, είτε από ανάλογο ενδιαφέρον για τον ένα από τους δύο, είτε από απλή κακεντρέχεια, μπορούσαν να δηλητηριάσουν την σχέσεη «ρίχνοντας λόγια»
Μιλήσαμε λοιπόν για συγκεντρώσεις, που γινονταν αφορμή για επαφές ανάμεσα σε αγόρια και κορίτσια, επαφές που πολλές φορές κατέληγαν στην αγάπη, σ’ αραβωνιάσματα και φυσικά σε παντρολογήματα.
Τέτοιες συγκεντρώσεις ήταν οι χοροί. Χοροί όχι μονάχα στις πλατείες και στα καφενεία με τα όργανα όπου συμμετοχή ήταν πολύ μεγάλη αλλά πιο συχνά…..

Συνεχίζεται…

βαφτίσια


Το βάπτισμα που γινόταν με όλες τις προβλέψεις του τυπικού της Εκκλησίας, δεν είχε τιποτα το ιδιαίτερο απ’ ό,τι γινόταν παντού, πλην του οτι η μητέρα δεν πήγαινε στο μυστήριο, αλλά περίμενε στο σπίτι να της φέρουν το όνομα!
Όλα τα παιδιά που ήταν στα βαφτίσια, μόλις άκουγαν το όνομα, έτρεχαν στο σπίτι να το πουνστη μητέρα κι εκείνη για το χαρούμενο άγγελμα έδινε στο καθένα από ένα νόμισμα, η τα πετούσε – κέρματα – με την χούφτα στην αυλή και τα μάζευαν τα παιδιά.
Στο τέλος της τελετής ο νονός έδινε σε όλους τους παριστάμενους τη «μαρτυριά», για να μαρτυρήσουν παντού το βάπτισμα του νέου χριστιανού. Η μαρτυρία ήταν ένα νόμισμα μικρό η μεγάλο ανάλογα με τα οικονομικά του νονού.
Η μαμή, που είχε τη φροντίδα του μωρού μέσα στην εκκλησιά, έπαιρνε μαζι με τη μαρτυριά και το σχετικό φιλοδώρημα και επίσης το σαπούνι και την πετσέτα με τα οποία πλύθηκαν ο παπάς και ο νονός.
Κατα την επιστροφή στο σπίτι «εν πομπή» , τα παιδιά, που είχαν εισπράξει και το «μπαξίσι» από το νονό, ακολουθούσαν με την ελπίδα και για κανένα γλυκό από τα κεράσματα.
Η μητέρα έκανε μετάνοια, φιλούσε το χέρι του νονού, φόρο τιμής για την προσφορά του.
Ο νονός από ‘δω και μπρος δεν ήταν ο ένας οποιοσδήποτε, αλλά ένα πρόσωπο που έχαιρε ιδιαίτερης τιμής και εκτιμησης από τους γονείς του «αδεξιμιού», όπως λέγαμε το βαφτισιμιό, γιατί «ανεδέξατο αυτόν εκ της κολυμβήθρας!»

o σαραντισμός


Η πρώτη μέρα που βγάζαμε το μωρό από το σπίτι ήταν όταν το πηγαίναμε στην εκκλησιά να πάρει τον σαραντισμό.
Οταν συμπλήρωνε σαράντα μέρες από τη γέννηση του, ένα απόγευμα, συνήθως Σαββατόβραδο, η μητέρα το πήγαινε στην εκκλησία.
Μζί της έφερνε κι ένα μπουκάλι γεμάτο νερό. Η μητέρα κρατούσε το παιδί στην αγκαλιά της μπροστά από το εικόνισμα της Παναγιάς και ο παπάς του διάβαζε την ευχή. Ύστερα το έπαιρνε στα χέρια του, το σήκωνε ψηλά και έκανε μ’ αυτό τρεις φορές το σχήμα του σταυρού, το πλησίαζε κατόπι στο εικόνισμα σαν σε ασπασμό και μετά το παρέδιδε στην μητέρα. Μόλις έβγαινε από την εκκλησία με το ένα χέρι το παιδίσ την αγκαλιά και στο άλλο το μπουκάλι με τον «σαραντισμό» – έτσι έλεγαν εκείνο το νερό, η ευχονέρι – άφηνε να πέφτουν στον δρόμο μερικές σταγόνες από αυτό. Άφηνε ύστερα το μωρό στο σπίτι και συνέχιζε το ράντισμα σε κάθε μέρος που πήγε και κάθε δρόμο που είχε περάσει στο διάστημα των σαράντα ημερών. Έτσι έκελινε κάθε δρόμο από όπου θα μπορούσε να περάσει το «κακό πνεύμα» και να μπει στο σπίτι.
Συνεχίζεται…

η γέννηση


Σήμερα θέλω να σας πω λίγα για την γέννηση του παιδιού.
Ηταν ασφαλώς ένα γεγονός, του οποίου η προσδοκία και η αγωνία του «τι τέξεται» αναστάτωνε όλη την οικογένεια και δικαιολογημένα, αφού όλα ήταν αφημένα στην καλή τύχη και στα χέρια της μαμής.
Η μαμή αντικαθιστούσε όλα τα σύγχρονα μέσα ενός τοκετού και όλες της οι γνώσεις και τα προσόντα ήταν η πείρα της. Η μαμή λοιπόν ήταν το πρόσωπο που εισέπραττε μαζί με την αμοιβή και την ευγνωμοσύνη όλων, όταν όλα έπαιρναν τον καλό δρόμο, η φορτώνονταν όλες τις αμαρτίες, αν κάτι δεν πήγαινε καλά.
Μετά τον τοκετό το κύριο μέλημα, όπως ήταν φυσικό, ήταν η φροντίδα για την λεχούσα και το νεογέννητο.Διηγούνται πως παλιά η πρώτη φροντίδα για το μωρό ήταν το…»αλάτισμα». Πριν το δέσουν στα πανιά, πασπάλιζαν το τρυφερό του δέρμα με ψιλό αλάτι, για «να ψηθεί». Έτσι η πρώτη γεύση που δοκίμαζε στη ζωή του ήταν πολύ…»αλμυρή». Την άλλη μέρα γίνονταν τα «ξαλατίσματα», το πρώτο του μπάνιο δηλαδή.
Άλλη τους φροντίδα ήταν να προστατέψουν την λεχούσα και το μωρό από το «κακό ματι» και την «κακιά ώρα» ως το σαράντισμα. Τα πρώτα μέτρα που λαμβάνονταν ήταν: να βάλουν πάνω τους ένα «φυλαχτό». Στο κεφάλι ή στο στήθος της μητέρας και του παιδιού έδεναν ένα χρυσαφικό, ένα σταυρό ή ένα φλουρί, ένα χαμαλί, ένα μεγάλο γαλάζιο χάντρο. Στον καρπό του δεξιού χεριού έδεναν σαν βραχιόλι μια κόκκινη κλωστή.
Σε κάθε άνοιγμα του σπιτιού, πόρτες, παράθυρα, απ’ όπου μπορούσε να μπεί το «κακό πνεύμα», τοποθετούσαν ένα σταυρό. Έσχιζαν ένα μασούρι και έδενα σταυρό με κόκκινη κλωστή, τον οποίο τοποθετούσαν πίσω από τν πόρτα και τα παράθυρα. Το βράδυ, όταν έσβηνε η φωτιά, τοποθετούσαν σταυρωτά τη μασιά και τον ξύστη για να μην κατέβει από την καπνοδόχο ο «οξοαποδώς».

Συνεχίζεται…..

Νιόμβρης


Ο Νοέμβριος είναι ο ενδέκατος μήνας του πολιτικού έτους. Πριν από την μεταρρύθμιση του Ιουλίου Καίσαρα το 46 π.Χ., όταν το έτος άρχιζε τον Μάρτιο, ήταν ο ένατος (novem) μήνας στο ρωμαϊκό ημερολόγιο.
Στο αρχαιοελληνικό αττικό ημερολόγιο ο Νοέμβριος ήταν ο πέμπτος κατά σειρά μήνας και ονομαζόταν «Μαιμακτηρίων» από την εορτή «Μαιμακτήρια». Τα «Μαιμακτήρια» τελούνταν προς τιμήν του «Διός Μαιμάκτου», θεού των ανέμων και των καταιγίδων, συμβόλου δηλαδή της ευμετάβλητης μετεωρολογικά εποχής.

Και σήμερα, ως τελευταίος μήνας του Φθινοπώρου, ο Νοέμβριος είναι ο βασικός προάγγελος του χειμώνα που ακολουθεί.
Στον ελληνικό λαό ο Νοέμβριος είναι γνωστός με διάφορα δημώδη ονόματα όπως: Νοέμβρης, Νιόμβρης, Νουέμβρης κ.λ.π. παραλλαγές δηλαδή του ορθού Νοέμβριος. Φέρει όμως και πιο ποικίλες προσωνυμίες που σχετίζονται με διάφορες ενέργειες, παρατηρήσεις και εργασίες του γεωκτηνοτροφικού πληθυσμού της πατρίδας μας.

Έτσι από τα διάφορα μετεωρολογικά φαινόμενα επωνυμείται ως Βροχάρης, για τις πολλές βροχές, Μπρουμάρης από την πρωινή πάχνη (πέφτει μπρούμα=λ.βλαχ. ή και από τη λατινική λέξη bruma), Ανακατεμένος από τον άστατο καιρό, Σκιγιάτης διότι αυτήν την εποχή η γη σκιάζεται περισσότερο από τους άλλους μήνες, Χαμένος για τον πολύ μικρό χρόνο δουλειάς που αφήνει η μέρα του: «μικρές οι μέρες του Σποριά κι ατέλειωτες οι νύχτες» (Γ.Δροσίνης).

Από τις γεωργικές εργασίες του μηνός, που είναι όλες επείγουσες, ιδιαίτερα αυτή της σποράς των σιτηρών, ο Νοέμβριος ονομάζεται: Σποριάς, Σπαρτός, Σπορίτης, Σπορέας, Σποριάρης κ.α. Μεσοσπορίτης (ο γεωργός έως τα Εισόδια της Θεοτόκου (21) πρέπει να έχει σπείρει τουλάχιστον τα μισά, γι’αυτό και το λαϊκό όνομα της γιορτής είναι: της Παναγίας της Μεσοσπορίτισσας), Νιαστής για τα τελευταία νεάσματα ή υνάσματα (οργώματα) της γης, κ.λ.π.

Από τις ποιμενικές ενασχολήσεις πήρε το όνομα Παχνιστής, για το κλείσιμο πια των ζώων στο παχνί.

Ο Νοέμβριος προσωνυμείται επίσης και από τις γιορτές των αγίων του. Για παράδειγμα:

Αρχαγγελίτης, Αϊστράτηγος, Αϊ-Ταξιάρχης, από τη γιορτή των Ταξιαρχών Μιχαήλ και Γαβριήλ (8).
Αγιομηνάς από τη γιορτή του Αγίου Μηνά (11) που ήταν μεγάλη γιορτή για τους τσοπάνηδες (αλλά και παρετυμολογικά Μηνάς – μηνώ = παραγγέλλω, φανερώνει δηλαδή τα κλοπιμαία και εν γένει τα απολεσθέντα πρόβατα κ.λ.π.).
Αϊφιλιππιάτης, Αϊγιλιππίτης από τη γιορτή του Αγίου Φιλίππου (14) κατ’ εξοχήν προστάτη των γεωργών και σημαντικό ορόσημο για διάφορες εθιμικές ενέργειες και πράξεις. Η γιορτή είχε και οριακό ρόλο για την τέλεση των γάμων, ενώ ονομάζεται και Μικρή Αποκριά ενόψει της 40ήμερης νηστείας (15/11 – 24/12) για τα Χριστούγεννα.
Αντριάς από τη γιορτή του Αγίου Ανδρέα.

Ακόμη τον Νοέμβριο ανοίγουν τα κρασιά. Βασικά ορόσημα αποτελούν οι γιορτές του Αγίου Γεωργίου του Μεθυστή (3)* και του Αγίου Μηνά (11) που προσωνυμούν επίσης τον μήνα με τις ονομασίες Μεθυστής και Κρασομηνάς.

«Τι είναι αυτό ο κόκκινο νερό, αφεντικό – δε μου λες; Ένα παλιοκούτσουρο
πετάει βλαστούς, κρέμουνται κάτι ξινά μπιχλιμπίδια, κι ο καιρός περνάει, ο ήλιος
τα ψήνει, γίνουνται γλυκά σαν το μέλι, και τα λέμε τότε σταφύλια’ τα πατούμε,
βγάζουμε το ζουμί τους, το βάζουμε στα βαρέλια, βράζει μοναχό του, το ανοίγουμε
του Αι-Γιώργη του Μεθυστή τον Οχτώβρη, και βγαίνει το κρασί!»…

( Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, Ν. Καζαντζάκη)

*Με την ίδια επωνυμία Μεθυστής ή Σποριάρης διακρίνεται επίσης ο «μικρός» ή «φτωχός» Άγιος Γεώργιος (3), από τον μεγάλο συνώνυμό του τον Τροπαιοφόρο Άγιο Γεώργιο (23 Απριλίου). Λέγεται Σποριός ή Σποριάρης επειδή σε πολλές περιοχές γίνεται τη μέρα της γιορτής του η προετοιμασία του σπόρου και αρχίζει η σπορά.
Πηγή:oiax.blogspot.com
Καλό μας μήνα το λοιπόν!